ευφραδής

-ές (ΑΜ εὐφραδής, -ές)
αυτός που έχει ευχερή έκφραση, ο εύγλωττος
μσν.-αρχ.
1. αυτός που εκφράζεται σωστά ή με σαφήνεια
2. ο εκφρασμένος καλά.
επίρρ...
ευφραδώς (Α εὐφραδέως)
με ευγλωττία, με ευφράδεια
αρχ.
1. καθαρά, με σαφήνεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φραδής (< φράζω < *φράδ- «μιλώ, λέγω»), πρβλ. θεο-φραδής, κακο-φραδής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐφραδής — expressing oneself correctly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφραδής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που έχει άνεση στο λόγο, εύγλωττος: Ευφραδής ρήτορας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφραδῆ — εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέστερον — εὐφραδής expressing oneself correctly adverbial comp εὐφραδής expressing oneself correctly masc acc comp sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδεῖς — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc pl εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδές — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem voc sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέστατον — εὐφραδής expressing oneself correctly masc acc superl sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδοῦς — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέας — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέεσσι — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.